[ ΚΑΤΑΓΡΑΦΕΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ ή ΠΕΡΑ ΑΠ᾽ ΑΥΤΗΝ ]

Σεπτέμβριος

Το ασανσέρ της οδού Σπευσίππου

στη Φωτεινή

Με αυτό το ασανσέρ ο Κωνσταντίνος Τσουκαλάς κινούνταν μεταξύ ουρανού και γης για δεκαετίες. Σε ένα σπίτι σκαμμένο μισό στα σύννεφα και μισό στα βιβλία. Ανέβαινε στη μοναξιά του στοχασμού. Κατέβαινε στο κοπάδι των ανθρώπων και στην αδερφοσύνη. ὁδὸς ἄνω κάτω μία καὶ ὡυτή. Το σώμα του μασίφ από χρόνο και αλήθεια καθώς έγερναν ολοένα οι ήλιοι. Κουβαλώντας μια μελαγχολία αριστερή για όλη του την περιουσία. Όπως στην πλάτη το σαλιγκάρι. Πηγή μιας αγαθότητας διαυγούς. Και με τους λογισμούς απλωμένους σαν σύννεφα ή σαν χαρτιά πάνω στην ωραία του όψη. Θαρρείς και το μάθημα ήταν το ίδιο του το πρόσωπο. Αυτό που ο ποιητής ονομάζει το πιο τίμιο. Και άρα πώς να χαθεί; Έτσι τον νοιώθω και τον σκέφτομαι. Παρόντα. Να συνεχίζει εκείνη την ευγενή, τρυφερή τροχιά. Σ’ ένα αστρικό ασανσέρ ίδιο με εκείνο της οδού Σπευσίππου. Με το φωτάκι του για πάντα αναμμένο.

Aνωφελώς

Τα μόνα κορίτσια που δεν συμπαθώ είναι τα κουνούπια, καθώς τα θηλυκά είναι εκείνα που τσιμπούν, στο αίμα ανθρώπων και άλλων ζώων θρεπτικά υλικά για τα αβγά τους αναζητώντας. Μου είναι αδύνατον να αντιδράσω αμερόληπτα, αποδίδοντας το δίκαιο, που και αυτά έχουν, στα θηλυκά κουνούπια, όταν με μανία ξύνομαι από το τσίμπημά τους. Υβρίζω την ώρα και τη στιγμή που τα κουνούπια ερωτεύτηκαν και έκαναν αβγά, ενώ δικαίωμα στο μετά εταίρων σεξ έχουν όλα τα έμβια όντα, αν στην άκρη σύρεις κάποια ερπετά και άλλα ερμαφρόδιτα ζωντανά, που μόνα τους τη βρίσκουν, όταν αναπαράγονται. Επιπλέον, έχω εξελιχθεί σε οπαδό του ταμία των ανέμων Αιόλου, καθώς ο ισχυρός αέρας δεν επιτρέπει στα κουνούπια να προσγειωθούν πάνω στην επιδερμίδα, ακόμη και αν προηγουμένως σύχναζαν σε υγρά υπόστεγα κάποιας σχολής Ικάρων. Λες και σε άλλη Ήπειρο βρίσκομαι, στις κορυφές της Πίνδου, αέρα φωνάζοντας μόλις Ιταλίδες που φορούν φουστάνια δω, μήπως και ο άνεμος τα σηκώσει. Δεν είναι απλώς ο σεβασμός στο κάλλος, στον οποίο προτρέπει ο ελληνο-ρωμαϊκός πολιτισμός. Είναι και η προοπτική τα κουνούπια εκείνες να προτιμήσουν.

Σαν εξομολόγηση

Άλλη μια συνομιλία μου με τον Βαρβέρη, με τον Γιάννη:

—Σωτήρη, εσύ που είσαι πιο ειδικός από μένα στα μουσικά …
—Τι εννοείς, Γιάννη;
—Εννοώ στα τραγούδια.
—Γιατί, εσύ δεν είσαι ελέω Πρεβέρ και Ιβ Μοντάν και Εντίθ Πιάφ;
—Τέλος πάντων, εννοώ στα ελληνικά. Θέλω να σε ρωτήσω κάτι. Το τραγούδι αυτό των Χειμερινών Kολυμβητών με τα δικά μου λόγια, το ξέρεις. Είναι καλό;
—Εσύ δεν ξέρεις; Κατ’ εμέ, είναι αριστούργημα. Σε βεβαιώνω.
—Γιατί;
—Γιατί έχει τη δική σου ποίηση, τους δικούς σου στίχους, το έναν καλύτερο από τον άλλο. Και με την ωραία μελοποίηση του Χάρη Παπαδόπουλου και τις συγκινητικές φωνές του Αργύρη Μπακιρτζή και της Ελευθερίας Αρβανιτάκη και…
—Ναι, ε;
—Ναι, και με πιάνει. Αν σ’ αγαπούσα κι ερωτικά μάλιστα, θα μ’ έπιανε ακόμα περισσότερο.
—Έτσι, ε;
—Έτσι. Είπαμε: για μένα είναι αριστούργημα. Και δεν χρειάζεται να ξέρεις από μουσική για να το καταλάβεις. Ίσως μπερδεύεσαι γιατί είναι δικό σου.


(Από το ανέκδοτο βιβλίο Νουάρ στιγμές )

Ο Γιάννης Βαρβέρης και η Γαρυφαλλιά Λυγερού στο «Φίλιον» με τα εξώφυλλα του «Κόψε» του και του «Πινόκιό» μου των εκδ. Ερατώ (φωτ.: Σ.Κ.)

ΧΕΙΜΕΡΙΝΟΙ ΚΟΛΥΜΒΗΤΕΣ : ΣΑΝ ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ

Έχει ο καθένας μας, πέρα απ’ το φθόνο
έναν άνθρωπο, για τον εαυτό του και μόνο
άυλον άνθρωπο —που του απλώνει φυλλωσιά
χωρίς να ’ναι δέντρο ή ομπρέλα, μοναχά δροσιά.

Τον κρατάει κρυφόν από τον κόσμο, αλλά
ο ίδιος τις νύχτες τον αγγίζει απαλά
κι ας είναι άυλος· όμως μεσουρανεί
στα χαρούμενα όνειρα, σε χρώμα ουρανί.

Γιατί ο άυλος στ’ όνειρο γίνεται υπαρκτός,
πιάνεις το σώμα του, τα στήθη, εκτός
αν χάσεις ποτέ το αόρατο νήμα·
θα μείνεις μόνος, με τα δάκρυα και τη ρίμα.

Γιάννης Βαρβέρης (από τη συλλογή Πεταμένα λεφτά, Κέδρος 2005)

ΜΟΥΣΙΚΗ : Χάρης Παπαδόπουλος
ΤΡΑΓΟΥΔΙ: Αργύρης Μπακιρτζής, Ελευθερία Αρβανιτάκη


Πώς




Πώς να ξεφύγεις

απ' το σκότος;

Κάθε μέρα

νυχτώνει.

Χθεσινές ειδήσεις (των ανταποκριτών μας)



Η σωστή πλευρά της Ιστορίας

Εξερχόμενος του θεάτρου Μαρίνσκι της Αγιοπετρούπολης, ο συνθέτης Μπόρις Γκοντούνοφ, έσφιξε συγκινημένος το χέρι του βαθύφωνου Μοδέστου Μουσόργκσκι για την επιτυχία της πολυαναμενόμενης πρώτης παράστασης της ομώνυμης όπερας.
Θα ήταν τιμή του να προσφέρει στο εστιατόριο Hermitage την περίφημη σαλάτα Olivier του Γάλλου σεφ Lucien Olivier, πλην όμως βιαζόταν να επισκεφθεί την έκθεση ζωγραφικής «Εικόνες από μια έκθεση», όπου ξεχώριζαν τα έργα των Σάμουελ Γκόλντενμπεργκ και Σμιούλ της συλλογής του προσφάτως αποβιώσαντος συλλέκτη αρχιτέκτονα Βίκτορ Χάρτμαν.

11 Νοεμβρίου 1918

Σύμφωνα με το Πρακτορείο Reuters, ο τελευταίος νεκρός του Πρώτου Παγκοσμίου πολέμου είναι ο 23 ετών Αμερικανός Χένρι Γκούνθερ. Σκοτώθηκε στο Chaumont-devant-Damvilliers στην Λορένη στις 10.59’ το πρωί της 11ης Νοεμβρίου 1918, ένα μόλις λεπτό πριν την κήρυξη της Ανακωχής, που υπογράφηκε σε βαγόνι τρένου στο δάσος της Κομπιένης (Compiègne).
Αναμένονται λεπτομέρειες του τραγικού γεγονότος. Στο μεταξύ, εκδόθηκε και κυκλοφορεί αναμνηστικόν δελτάριον.




Στο μεταξύ επίσης έχει επιβεβαιωθεί πως ο αγγελιοφόρος Ογκιστέν Τρεμπισόν (Augustin Trébuchon) είναι ο τελευταίος Γάλλος νεκρός του πολέμου. Έτρεχε να παραδώσει σημείωμα στους συντρόφους του ότι η Ανακωχή είχε υπογραφεί και πως μια ζεστή σούπα θα σερβιριζόταν στις 11.30’, αμέσως μετά την κατάπαυση του πυρός στις 11.00’ ακριβώς της 11ης Νοεμβρίου, ο καιρός ήταν ψυχρός και συννεφιασμένος με ομίχλη. Επικρατούσαν χειμερινές συνθήκες με υψηλές πιέσεις από αντικυκλώνα, η ζεστή σούπα ήταν απαραίτητη. Η οικογένειά του ενημερώθηκε την επόμενη μέρα, την ώρα του δείπνου με κρεμμυδόσουπα. Εκφράζουμε τα ειλικρινή μας συλλυπητήρια στην σύζυγο, τα τέκνα, τους γονείς του ήρωα.
Vive la France!

Δεν είναι απαραίτητο να αναγράφεται η σωστή ημερομηνία θανάτου ενός ήρωα.

Ο Θεόκτιστος Αλεξάνδροβιτς Παλιούμποφ (Феоктист Александрович Палюбов) εισήλθε έφιππος στον περίβλεπτο ναό του Οσίου Θεοκτίστου στο Ιρκούτσκ την ώρα του ψαλμού σε ήχο δ’ «Ἐπεφάνης σήμερον ἐκ Δυσμῶν ὡς ἣλιος ἐξανατείλας» (Воссиявший με Запада подобно солнцу), αφίππευσε, έκανε τρεις φορές τον σταυρό του ταπεινώ τω τρόπω, ο αριστερός ψάλτης Θεόδοτος επιμελώς συλλάβιζε «μυστικῶς κατηύγασας τὴν Ἐκκλησίαν τοῦ Χριστοῦ, ἀσκητικαῖς σου φαιδρότησι, Πάτερ παμμάκαρ, Θεόκτιστε Ὄσιε.»
Αντιλήφθηκε πως ο Επίτροπος Θεόδουλος είχε σηκώσει το παγκάρι, παρόντος του καντηλανάφτη Θεόφιλου, έβγαινε από την πλαϊνή θύρα, θα χανόταν στο δάσος με τις σημύδες. «Τα λεφτά!», φώναξε.
«Ήσυχα, Θεόκτιστε», είπε ο ιερέας Θεοφύλακτος, «είναι η μέρα της γιορτής σας σήμερα» και άρχισε να λιβανίζει, εξερχόμενος της Ωραίας Πύλης, υψώνοντας το βλέμμα στον γυναικωνίτη.

Εκεί ήταν η Θεοκτίστη. Κόρη του.