μυρίζει σίδηρο και μπίρα / μια αίσθηση ελευθερίας ένοχης
Μα να, ξεπρόβαλε ήδη η πολυτέλεια του Λίντο εκεί σε περιμένει ο έφηβος με την ουράνια ομορφιά του ο κεχαριτωμένος ψυχοπομπός σου
Και μια ξένη μορφή να τον φωνάζει / με μια ουρά ατέλειωτη / λες κι ήταν άνθρωπος
καθώς τα «θα» ενός σκοπού / τα «λα» της μουσικής του / τα «σαν» των υποσχέσεων / στο τέλος της ευθείας / τα πέρασαν για θάλασσα
Η Ποίηση είναι «ψηλή, ξανθιά και Γερμανίδα» ― μελαχροινή, βαλκάνια, δεν είμαι ποιητής
Ήμουν μια ιδιαίτερη περίπτωση. Ζούσα μυρίζοντας. Όλες οι εφημερίδες έγραφαν για τις υπερφυσικές ικανότητές μου στην όσφρηση...
Με αφορμή το τραγούδι « I love you till the end of the world» του Nick Cave
Από τις νύχτες μου ―αν είχα να διαλέξω―προτιμώ τις άναυδες
Οι επιζήσαντες μοιάζουν λιγάκι στη χώρα τους. Κατοικούνται κι αυτοί από αναμνήσεις, περιπλανιούνται έχοντας πάντα ριγμένη άγκυρα
Έτσι κι αλλιώς / το σταματημένο ρολόι / θα δείχνει τη σωστή ώρα / δύο φορές τη μέρα
Ένα φουστάνι ανάγωγο, λάφυρο Λαιστρυγόνων / σκισμένο ως τον αστράγαλο μού χρύσωσε την τύχη
Με περίμενε αναμαλλιασμένη κι άβαφη στον δρόμο