Δύο ποιήματα
τεχνοσκιές περιπλανώνται στις άνυδρες κοιλάδες του νου χαράζουν τη σκέψη
Κάτι μου λέει πως το κλειδί μάς είναι άχρηστο, ο χρόνος κατήργησε την κλειδωνιά
Τον κοίταζε λουσμένο στο φως του απορροφητήρα και καθόταν με το κουστούμι της δουλειάς πάνω από την κρεμμυδίλα
Τα γράμματα αποδρούν απ´ τον σκελετό τους αναπνέουν όπως οι αρχαίοι οργανισμοί, όπως οι μύκητες στους αόρατους πόρους
Στους γκρεμούς της Πλάκας και στα κατσάβραχα των γύρω ακτών κρύβονταν ξενομερίτες φυγόδικοι και κατατρεγμένοι από όλη τη χώρα
Θα ήθελα να μπορείς να διακρίνεις αυτό που χρειάζεσαι
Ένα μάτσο αγριολούλουδα βρίσκει κατάστηθα το πέτο του επιστάτη στο «American Gothic»
Το πρώτο πράγμα που έκανα μόλις τον έδιωξα αυτή τη φορά από το σπίτι ήταν να ξεκρεμάσω τις λευκές κουρτίνες
Εσύ όμως, διαρκώς σε αυθυποβολή, στην πιο βαρύνουσα εξουσιαστική μορφή
Είναι όλα γύρω τόσο αληθινά / τι ανάγκη έχω να παλεύω με σκιές;
Το έμαθα καλά, τα τελευταία χρόνια, / αυτός ο ίδιος χρόνος / που βιαστικά περνάει από αυτούς / τους νέους / χωρίς ποτέ να φτάνει